Share |

 

 

 

                    

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 

 

O Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Εμπορίου της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Περιφέρειας Αττικής, κ. Γεώργιος Βλάχος, με αφορμή την επικείμενη τροποποίηση και συμπλήρωση της ΑΔ 7/09 αναφορικά με τους κανόνες εμπορίας νωπών οπωρολαχανικών, απέστειλε υπόμνημα προς τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, τονίζοντας τα εξής:
 
 
 «Κύριε Υπουργέ,
Με αφορμή την συνέντευξη τύπου που πραγματοποιήσατε και τις προτάσεις που καταθέσατε, αναφορικά με την τροποποίηση και συμπλήρωση της ΑΔ 7/09 σε σχέση με τους κανόνες εμπορίας νωπών οπωρολαχανικών και προκειμένου να συμβάλλουμε γόνιμα στη συγκεκριμένη προσπάθεια, θα πρέπει να σας θέσουμε υπόψη τα εξής:
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία ναι μεν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποίο έρχεται η συγκεκριμένη αγορανομική διάταξη. Δεν θα πρέπει να θριαμβολογούμε εκ των προτέρων για την αποτελεσματικότητα ενός μέτρου, αλλά θα πρέπει πρώτα, να προβαίνουμε σε αξιολόγηση της εφαρμογής του και της διαχρονικότητας των αποτελεσμάτων του. Για το λόγο αυτό και προκειμένου να μην υπάρξουν – ή σε κάθε περίπτωση να περιοριστούν – φαινόμενα τα οποία θα οδηγήσουν σε καταστάσεις εκ διαμέτρου αντίθετες με αυτές που επικαλείστε πως θα φέρει η νέα αγορανομική διάταξη, θα θέλαμε να σας επιστήσουμε την προσοχή στα ακόλουθα σημεία:
(α) Στη νέα αγορανομική διάταξη, προβλέπεται πως το «νέο» σύστημα ιχνηλασιμότητας, θα αφορά μόνο σε δώδεκα (12) «ευαίσθητες» κατηγορίες προϊόντων και όχι σε όλα τα προϊόντα όπως ίσχυε μέχρι σήμερα. Γεννάται, λοιπόν, το ερώτημα, με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα προϊόντα και όχι κάποια άλλα; Δεν θα συμφωνήσουμε μαζί σας, πως πρόκειται για ένα πιο λειτουργικό και πιο ευέλικτο σύστημα, διότι, όχι μόνο δε φέρνει κάτι καινούργιο, αλλά παράλληλα εξαιρεί ένα μεγάλο αριθμό προϊόντων βασικών, τόσο της διατροφικής αλυσίδας αλλά και του καλαθιού της νοικοκυράς. Το νέο σύστημα, είναι αντιδιαμετρικά αντίθετο με τις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας μας, οι οποίες απαιτούν τα συστήματα ιχνηλασιμότητας να επεκταθούν και οριζόντια (να αφορούν σε περισσότερα προϊόντα) αλλά και κάθετα (να αφορούν σε περισσότερα επίπεδα παραγωγής). Άλλωστε, από την έλλειψη ενός σωστού συστήματος ιχνηλασιμότητας, δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί η προέλευση, αλλά και ο τρόπος επιμόλυνσης του βακτηρίου e.coli, που ευθύνεται για τα κρούσματα και τους θανάτους στη Γερμανία. Δεν πρέπει να λησμονείται πως ένα σωστό σύστημα ιχνηλασιμότητας έχει πρωταρχικό σκοπό του την υγιεινή και ασφάλεια των τροφίμων και σε δευτερεύοντα ρόλο έρχεται ο έλεγχος των τιμών και του παραεμπορίου.
(β) Όσον αφορά στην υποχρέωση και του παραγωγού, πλέον, να διατηρεί βιβλίο ιχνηλασιμότητας, πιστεύουμε πως κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση και εκφράζουμε τις επιφυλάξεις μας για το βαθμό που θα μπορέσει να υλοποιηθεί η συγκεκριμένη οδηγία. Είναι προφανές, πως ο τρόπος που λειτουργεί, αλλά και η τεχνογνωσία που κατέχει ο σημερινός έλληνας παραγωγός, δεν επαρκούν ώστε να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στα νέα δεδομένα. Ελλοχεύει, λοιπόν, ο κίνδυνος και να μην τηρείται στην πράξη η συγκεκριμένη υποχρέωση και αρκετοί παραγωγοί να μην μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους, λόγω της πολυπλοκότητας του νέου συστήματος. Επιπρόσθετα, το νέο σύστημα αποτύπωσης του αριθμού παραγωγής ή εισαγωγής, απαιτεί όλο και περισσότερες καταχωρήσεις και νούμερα, γεγονός το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα λεγόμενά σας περί μείωσης της γραφειοκρατίας και απλούστευσης του συστήματος.
(γ) Σε κανένα σημείο του προσχεδίου της νέας αγορανομικής διάταξης δεν αναφέρεται ποιος φορέας θα είναι υπεύθυνος για τη θεώρηση των βιβλίων ιχνηλασιμότητας. Με την ΑΔ 9/2009, προβλέπονταν πως τα βιβλία ιχνηλασιμότητας θεωρούνταν από τη Νομαρχία. Γεννάται, λοιπόν, το ερώτημα: θα αναλάβει η Περιφέρεια – ή κάποιος άλλος φορέας - να φέρει εις πέρας το συγκεκριμένο έργο ή δεν θα υπάρχει καμία θεώρηση των βιβλίων με αποτέλεσμα το όλο εγχείρημα να τίθεται υπό αμφισβήτηση εκ της γεννήσεώς του, αφού θα «δίνεται» η δυνατότητα οι παραγωγοί και οι έμποροι να τηρούν «διπλά» βιβλία;
Επιπλέον, δεν γίνεται καμία αναφορά και σε ό,τι αφορά το ζήτημα του ζυγολογίου, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο θα ορίζεται σαφώς η ποσότητα παραγωγής. Προτίθεται το Υπουργείο να υιοθετήσει κάποιο διαφορετικό τρόπο μέτρησης της παραγωγής ή δεν θα υποχρεούται πλέον ο παραγωγός να ακολουθήσει τη συγκεκριμένη διαδικασία; Είναι προφανές, πως εάν δεν οριστεί σαφώς και με ακρίβεια η παραγωγή των προϊόντων, τότε οι έλεγχοι θα είναι άκρως αναποτελεσματικοί, διότι το αντικείμενο του ελέγχου –στην προκειμένη περίπτωση η ποσότητα παραγωγής- θα είναι αόριστο και οριζόμενο κατά το δοκούν από τον εκάστοτε παραγωγό ή έμπορο.
(δ) Αναφορικά με την άρση της απαγόρευσης της ανασυσκευασίας, θα πρέπει να τονιστεί ότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά θα έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα μόνο στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία θα διασφαλιστεί και τηρηθεί η διαδικασία της ιχνηλασιμότητας. Σε αντίθετη περίπτωση, δημιουργείται μείζων ζήτημα αναφορικά με την γνησιότητα των προϊόντων και καθίσταται ακόμα ευκολότερη η ελληνοποίηση των εισαγόμενων προϊόντων.
(ε) Τέλος, αναφορικά με τη δυνατότητα ανάμειξης των οπωροκηπευτικών μέχρι ποσοστού 10%, θα πρέπει να εκφράσουμε τις επιφυλάξεις μας ως προς την ορθότητα του συγκεκριμένου μέτρου, καθώς δεν έχει διευκρινιστεί επακριβώς το σκεπτικό με βάση το οποίο επιλέχθηκε η συγκεκριμένη ποσόστωση. Είναι προφανές πως η συγκεκριμένη ρύθμιση θα προκαλέσει ακόμα περισσότερα προβλήματα στην αγορά, διότι και ο καταναλωτής δεν προστατεύεται -αφού καθίσταται ακόμα πιο δύσκολο να πληροφορηθεί έγκαιρα και άμεσα την προέλευση του προϊόντος- αλλά και το έργο των ελεγκτικών Αρχών δυσχεραίνεται καθώς θα είναι ιδιαιτέρως δύσκολο να καθοριστεί με ακρίβεια αν τηρείται το ποσοστό ανάμειξης».