ΓΕΩΡΓΙΟΣ Θ. ΒΛΑΧΟΣ - Βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

 Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

 

 

Ομιλία Γεωργίου Βλάχου στην Ολομέλεια της Βουλής (15-06-2018)
επί της πρότασης δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης.

 

 

  

 

 

Ευχαριστώ, κυρία Πρόεδρε.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θέλω πρώτα να σχολιάσω με μια φράση μόνο την ομιλία του κυρίου Αντιπροέδρου. Δεν ξέρω κύριε Αντιπρόεδρε αν θα βγείτε πιο ενισχυμένοι αριθμητικά στην αυριανή ψηφοφορία. Σίγουρα θα βγείτε με περισσότερες ευθύνες. Αυτό είναι γεγονός.

Και αυτό είναι που μας δημιουργεί όλες αυτές τις ενστάσεις, όλες αυτές τις μέρες. Προσπαθούμε με ψυχραιμία να θέσουμε τον προβληματισμό μας για αυτή τη Συμφωνία με τη γειτονική χώρα την οποία, μετά από συζήτηση αρκετών μηνών και με λιγοστή -θα έλεγα- ενημέρωση, η Κυβέρνηση ανακοίνωσε.

Στο διάστημα αυτό όλοι οι Έλληνες είχαμε πληροφόρηση για τις συζητήσεις, κυρίως από διαρροές, αλλά και από τις αντιδικίες των γειτόνων μας και λιγότερο από την επίσημη ενημέρωση της Κυβέρνησης. Γίνεται δε προσπάθεια τώρα να ενταχθεί η Συμφωνία αυτή στο πλαίσιο της εθνικής γραμμής. Εθνική γραμμή εννοούμε την επιτυχή έκβαση της διαδικασίας στο Βουκουρέστι.

Τη Νέα Δημοκρατία και εμένα προσωπικά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μας τιμά η ταύτιση της εθνικής γραμμής με το πρόσωπο και την πολιτική του Κώστα Καραμανλή.

Ας θυμηθούμε όμως πράγματι τι έγινε στο Βουκουρέστι. Ο Κώστας Καραμανλής και οι συνεργάτες του πέτυχαν την ομόφωνη απόφαση της συνέλευσης των χωρών του ΝΑΤΟ: πρώτα επίλυση των όποιων διαφορών μεταξύ Ελλάδος και Fyrom και μετά εκκίνηση των διαδικασιών για ένταξη στο ΝΑΤΟ και κατ’ επέκταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δηλαδή απλά, πρώτα θα τα βρείτε και μετά θα ανοίξουμε το θέμα.

Το πώς ο Κώστας Καραμανλής πέτυχε αυτή την απόφαση, ποιες συμμαχίες έκανε η απειλή του βέτο και ποιο κόστος εισέπραξε απ’ αυτή τη διαδικασία νομίζω ότι είναι σε όλους γνωστά. Αξίζει να θυμηθούμε ότι ο Καραμανλής χτυπήθηκε, η Κυβέρνησή του έπεσε. Χάνει τις εκλογές γιατί οι Έλληνες ξέχασαν την πατριωτική στάση του Κώστα Καραμανλή και παγιδεύτηκαν σε κατασκευασμένα από ξένους και ντόπιους, είναι αλήθεια, σκάνδαλα τύπου Βατοπεδίου.

Ακόμα ποιο ήταν το πλαίσιο αυτής της συμφωνίας που έθετε η Ελλάδα τότε; Τη μη ύπαρξη μακεδονικού έθνους, τη μη ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας και ονομασία κοινά αποδεκτή. Αυτό ελέχθη επίσημα τότε. Για κάθε χρήση ασφαλώς.

Ουσιαστικά όμως η συζήτηση τότε δεν ξεκίνησε ποτέ. Δεν ξεκίνησε ποτέ, γιατί οι γείτονες απέρριψαν κάθε αλλαγή στο Σύνταγμά τους που θα απάλειφε τις αλυτρωτικές βλέψεις τους και τις οποίες η Ελλάδα έθετε ως προϋπόθεση.

Το λάθος της σημερινής Κυβέρνησης, επιτρέψτε μου να πω η επιπόλαιη προσέγγιση του θέματος, είναι ότι η διαπραγμάτευση σήμερα ξεκίνησε από εκεί που έπρεπε να τελειώνει. Αυτό φαίνεται και από όλες τις συζητήσεις που γίνονται όλο αυτό το διάστημα εδώ στη Βουλή, όπου όλα τα κυβερνητικά στελέχη, Υπουργοί, Βουλευτές, συνάδελφοι, θέτουν συνεχώς το ερώτημα σε όλους μας για το  όνομα - «Εσείς τι όνομα λέτε;»- λες και από το όνομα πρέπει να ξεκινήσουμε.

Συνάδελφοι, μπορεί το όνομα να μη λέει απολύτως τίποτα. Μπορεί, όμως, να λέει και τα πάντα. Η Συμφωνία αξιολογείται συνολικά. Πρώτα θα βάλεις τους αλυτρωτικούς στόχους και βλέψεις της γείτονος χώρας και μετά, προφανώς, θα καταλήξεις σε ένα όνομα κοινά αποδεκτό. Αυτός ήταν ο στόχος πάντα. Αυτός είναι και σήμερα. Μόνο που εσείς αλλάζετε τη σειρά.

Πού τηρήθηκε, λοιπόν, η εθνική γραμμή; Πουθενά. Ανοίγει ή αφήνει ανοιχτά εθνικοτοπικά θέματα, αφήνει ανοιχτό το θέμα της γλώσσας και τη χρήση του ονόματος. Κυρίως καταστρατηγεί τη βασική επιτυχία του Καραμανλή: πρώτα συμφωνία και μετά ένταξη. Και τούτο γιατί, ανεξάρτητα με το πότε θα κυρωθεί από τη Βουλή των Ελλήνων η Συμφωνία, παράγει έννομα συμφέροντα, έννομα αποτελέσματα άμεσα με την υπογραφή της.

Έρχομαι στο περίφημο erga omnes. Θα σας θυμίσω κι εγώ, όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοι, το άρθρο 1, την παράγραφο 10, ότι, ενώ στη διεθνή χρήση εντός πενταετίας πρέπει να αλλάξουν το όνομά τους, συνδέουν την εσωτερική χρήση, τη χρήση στο εσωτερικό με την ενταξιακή διαδικασία με όσους κινδύνους μπορεί να έχει, που εξήγησε άριστα ο κ. Χατζηδάκης και θέλω να το επαναλάβω.

Πού είναι, λοιπόν, το ένα όνομα για κάθε χρήση; Ήδη εδώ από το ξεκίνημα βλέπουμε δυο ονόματα. Ακόμα παραμένουν τα σημερινά ακρωνύμια, όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 1, στην παράγραφο 3ε και 3θ, οι συντμήσεις του ονόματος και παραπέμπονται για το μέλλον οι συζητήσεις για εμπορικές ονομασίες και σήματα.

Η Κυβέρνηση ξεκινά μια διαδικασία με την υπογραφή από την οποία δύσκολα θα υπάρξει επιστροφή. Αυτό πρέπει να το κατανοήσουμε όλοι. Αυτό σημαίνει ότι τώρα και μόνο τώρα πρέπει να γίνουν παρεμβάσεις, διορθώσεις των προβληματικών σημείων της Συμφωνίας.

Η καταψήφιση αύριο των χειρισμών της Κυβέρνησης της δίνει τη δυνατότητα να συνεχίσει τη διαπραγμάτευση. Να απαλείψει το μακεδονικό, την ονομασία, είτε από το έθνος είτε από τη γλώσσα. Να υλοποιήσει πραγματικά τη μια ονομασία για κάθε χρήση και να θωρακίσει τη Συμφωνία με διεθνείς δεσμεύσεις.

Με αστερίσκους και ψιλά γράμματα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν προστατεύονται τα εθνικά συμφέροντα. Ούτε η επίκληση επιχειρημάτων τι έγινε το 1959, τι έγινε το 1977, παρόλο που υπάρχουν δηλώσεις ανθρώπων που συμμετείχαν σε εκείνες τις αντιπροσωπείες και που ενισχύουν την επιχειρηματολογία της χώρας μας, αλλά ούτε και τι έκαναν εκατόν σαράντα και εκατόν πενήντα χώρες. Αφού οι εκατόν σαράντα έλυσαν το πρόβλημα, τι μας θέλουν εμάς μετά από δέκα χρόνια;

Και να θυμίσουμε κιόλας, γιατί περνάει λίγο απαρατήρητο -και τελειώνω, κύρια Πρόεδρε- ότι το κύμα των εκατόν σαράντα χωρών ήρθε για να τιμωρηθεί η Ελλάδα και ο Καραμανλής μετά τη στάση του στο δημοψήφισμα στην Κύπρο με το σχέδιο Ανάν. Αυτή είναι η ουσία. Και εμείς αυτό το επικαλούμαστε και λέμε ότι, εντάξει, τους αγάπησε ο κόσμος. Δεν τους αγάπησε ο κόσμος. Σκοπιμότητα ήταν και σε αυτήν την παγίδα, νομίζω, δεν πρέπει να μπαίνει κανένας, για να πούμε τα πράγματα ξάστερα.

Όμως, και αν ακόμα πάρει αύριο η Κυβέρνηση πλειοψηφία, έχοντας όλα τα κόμματα και τους Ανεξάρτητους Έλληνες στο θέμα της ουσίας, απέναντι, τι συμφωνία και τι χειρισμούς μπορεί να κάνει; Θα μπορεί δηλαδή αυτή η Συμφωνία να προχωρήσει; Δεν θα έρθει κάποια στιγμή στη Βουλή; Οι ΑΝΕΛ λένε ότι θα την καταψηφίσουν. Η αντιπολίτευση σύσσωμη κάνει αύριο με τη στάση της το πρώτο βήμα μη δίνοντας εξουσιοδότηση για να προχωρήσει αυτή η Συμφωνία. Τι φαντάζεστε, ότι όταν έρθει η Συμφωνία, θα ψηφιστεί;

Άρα, δεν καταλαβαίνετε ένα επικίνδυνο μέτωπο που ανοίγει αύριο; Θα έλεγα ότι αυτό πρέπει να σας προβληματίσει περισσότερο και να σας οδηγήσει σε τροποποίηση αυτής της Συμφωνίας.

Η Ελλάδα, ως γνωστόν, δεν διεκδικεί τίποτα. Σεβόμαστε τις διεθνείς συμφωνίες και τις διμερείς συμβάσεις. Όμως, πρέπει να στείλουμε ένα μήνυμα σε κάθε κατεύθυνση ότι δεν πρόκειται να παραχωρήσουμε τίποτα. Όταν ο Καραμανλής αντιστάθηκε στους μεγάλους στο Βουκουρέστι, ήξερε πολύ καλά ότι κινδύνευε να μη γυρίσει ως Πρωθυπουργός στην Ελλάδα. Αυτό δεν τον εμπόδισε να κάνει το πατριωτικό του χρέος, γιατί το μοναδικό του κριτήριο ήταν η προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Γι’ αυτό δεν μπορείτε να κάνετε α λα καρτ χρήση των αποφάσεων του παρελθόντος. Και την καραμανλική προσέγγιση στο τέλος-τέλος, είτε ανάλυση είτε θεωρία, όπως θα πω εγώ, ή την ασπάζεστε στο σύνολό της ή την απορρίπτετε στο σύνολό της. Μέσος όρος δεν υπάρχει. Η απόφαση θα είναι δική σας. Η δική μας απόφαση είναι να ψηφίσουμε «ΝΑΙ» στην πρόταση δυσπιστίας, γιατί δεν θέλουμε να δώσουμε το δικαίωμα στην Κυβέρνηση να προχωρήσει αυτή τη συγκεκριμένη Συμφωνία. Σας ευχαριστώ.