ΓΕΩΡΓΙΟΣ Θ. ΒΛΑΧΟΣ - Βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

 Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

 

 

Ομιλία Γεωργίου Βλάχου στην ολομέλεια της Βουλής κατά τη διάρκεια συζήτησης της Κύρωσης του Κρατικού Προϋπολογισμού οικονομικού έτους 2019

 

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, «Μπορείς να ξεγελάς όλους για λίγο καιρό, λίγους για όλον τον καιρό, αλλά όχι όλους για όλον τον καιρό», είχε πει ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς Προέδρους, ο Αβραάμ Λίνκολν. Νομίζω ότι το συγκεκριμένο απόφθεγμα ταιριάζει απόλυτα στην τρέχουσα συγκυρία. Γιατί με τη συζήτηση του συγκεκριμένου προϋπολογισμού, πέφτουν οι μάσκες μιας Κυβέρνησης που έχει φιλοτεχνήσει μια εικονική πραγματικότητα για την οικονομία με το βλέμμα πάντα στραμμένο στις επόμενες εκλογές, αναδεικνύοντας ό,τι θεωρεί επικοινωνιακά ωφέλιμο, αδιαφορώντας πάντα για τα πραγματικά προβλήματα των πολιτών και της κοινωνίας, δηλαδή για τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Συζητάμε σήμερα έναν προϋπολογισμό πλειοδοσίας, παροχολογίας, όσο και αν σας ενοχλεί η λέξη. Και είναι παροχολογίας, γιατί όποια μέτρα παίρνονται, δεν είναι στη λογική ενός ενιαίου σχεδίου, αλλά είναι αποσπασματικά και έρχονται να καλύψουν επιμέρους ανάγκες και επιμέρους κοινωνικές ομάδες.

Την ίδια ώρα είναι εδώ όλα εκείνα τα μέτρα λιτότητας που πλήττουν την καρδιά της κοινωνίας και κυρίως της μεσαίας τάξης, που αντί να απαντάμε στα πραγματικά της προβλήματα, στα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η οικονομία, δίνουμε επιδόματα, ναρκοθετώντας το μέλλον.

Έχουμε έναν προϋπολογισμό που υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις, που περιλαμβάνει βαριές δεσμεύσεις μέχρι το 2060, αφαιρεί πόρους από την ανάπτυξη, αδυνατεί να θέσει τις βάσεις για να προσελκύσει επενδύσεις, προκαλεί φόβο στις αγορές και νέα ανησυχία στους δανειστές.

Γιατί ξέρετε, οι αγορές δεν βλέπουν μόνο τους αριθμούς που καμμιά φορά μπορεί και να τους αμφισβητούν και να γίνεται διπλή ανάγνωση. Επηρεάζονται -κυρίως θα έλεγα εγώ- από τη γενικότερη πολιτική κατάσταση, αυτό που λέμε «πολιτικό κλίμα» και από το μήνυμα που εκπέμπει κάθε φορά η εκάστοτε κυβέρνηση.

Έτσι, οι αγορές ανησυχούν αυτήν τη στιγμή από μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, όταν, μάλιστα, αυτή χαρακτηρίζεται από υποσχέσεις και παροχές, οι οποίες ή δεν θα εφαρμοστούν ή θα θέσουν σε κίνδυνο την πορεία της οικονομίας. Ανησυχούν για την οξύτητα και την πόλωση για την οποία την απόλυτη ευθύνη έχει η Κυβέρνηση. Και μην αμφιβάλλετε για αυτό, διότι δεν θα σταματήσω να λέω ότι τους κανόνες για την πολιτική αντιπαράθεση τους βάζει πρώτα από όλα η κυβέρνηση.

Η Νέα Δημοκρατία σήκωσε το γάντι, απάντησε όσες φορές χρειάστηκε να ανεβάσει τους τόνους.

Ανησυχούν, όμως, ακόμα για την κατάσταση στις τράπεζες και κυρίως για το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων, τα οποία έχουν φτάσει περίπου τα 17 δισεκατομμύρια ευρώ και η παρατεταμένη εκκρεμότητά τους θέτει σε κίνδυνο την ομαλή τους λειτουργία.

Το κυριότερο, όμως, είναι ότι αυτή η Κυβέρνηση, με τις ιδεοληψίες και τις κομματικές της αυταπάτες, δεν μπορεί να υλοποιήσει τα αναγκαία μεταρρυθμιστικά μέτρα, γιατί απλούστατα δεν πιστεύει στις μεταρρυθμίσεις. Γιατί πώς θα μπορέσει να εφαρμόσει μια μεταρρυθμιστική πολιτική, όταν διογκώνει, με ρουσφετολογικές προσλήψεις και διευθετήσεις, ένα κράτος που αντιστέκεται σε κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια, που με τη φορολογική της πολιτική και τα ήξεις αφήξεις των Υπουργών της διώχνει κάθε υποψήφιο επενδυτή και που εμφανίζει αλλεργικά -θα έλεγα- συμπτώματα σε κάθε τι που σχετίζεται με την εξωστρεφή στρατηγική;

Πώς να φέρεις πραγματική ανάπτυξη όταν με τα νομοθετικά εργαλεία που διαθέτεις, προχωράς στη διάλυση θεσμών που θα μπορούσαν να συντελέσουν στον επανασχεδιασμό ενός σύγχρονου οράματος για το κράτος, όπως είναι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης; Γιατί αν τελικά δεν πιστεύεις σε έννοιες όπως, η «ανάπτυξη», η «δημιουργία», η «επένδυση», η «παραγωγικότητα», γίνεσαι εύκολα υποχείριο των δανειστών, εκτελώντας απλά το πρόγραμμα και τις εντολές τους.

Ξεφεύγεις μόνο για λίγο, όταν θέλεις να παρουσιαστείς -και λόγω των ημερών επιτρέψτε μου- ως άλλος Άγιος Βασίλης και να μοιράσεις μποναμάδες από ένα υπερπλεόνασμα που έχει οδηγήσει σε οικονομικό στραγγαλισμό και αφαίμαξη πολλές κοινωνικές ομάδες, βαφτίζοντας ως «κοινωνική πολιτική» την αναδιανομή της φτώχειας.

Ψηφίζατε τη μη περικοπή των συντάξεων, αλλά την ίδια ώρα έχετε ήδη προχωρήσει σε περικοπές συντάξεων και σε αυξήσεις φόρων. Από τη μια πουλάτε παροχές και από την άλλη θέλετε να κρατήσετε ομήρους τους πολίτες με τα όσα τάζετε ότι θα εφαρμόσετε στο μέλλον, ένα μέλλον που φαίνεται ότι δεν σας ανήκει.

Δεν θέλετε να αποκαταστήσετε αδικίες, όπως λέει ο κύριος Πρωθυπουργός. Η αλήθεια είναι ότι επιδιώκετε να φτιάξετε μια νέα εκλογική πελατεία, δημιουργώντας ένα προεκλογικό αφήγημα υποσχέσεων, αφήγημα παγίδευσης των ψηφοφόρων μπροστά στις επερχόμενες εκλογές.

Ας δούμε, λοιπόν, ποια είναι τα στοιχεία που προσδιορίζουν την οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης και πώς έχουν διαμορφωθεί σήμερα. Αντί για ανάπτυξη το 2015-2016, είχαμε ύφεση. Το 2017 η ανάπτυξη ήταν 50% χαμηλότερη έναντι του στόχου, ενώ για το 2018 ο στόχος για την ανάπτυξη αναθεωρήθηκε προς τα κάτω. Οι δημόσιες επενδύσεις κατρακύλησαν το 2017 στο χαμηλότερο ύψος της δεκαετίας. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας διαρκώς υποχωρεί. Η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται. Οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν στο τραπεζικό σύστημα. Η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται. Οι οφειλές των πολιτών στην εφορία και στα ασφαλιστικά ταμεία έχουν εκτοξευτεί κατά 60% από το τέλος του 2014. Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν έχουν εκκαθαριστεί. Το χρηματιστήριο έχει καταρρεύσει. Οι τραπεζικές μετοχές έχουν εξαϋλωθεί.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όλα όσα ανέφερα, δείχνουν ότι η Κυβέρνηση έχει χάσει τον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών που σχετίζονται με την καθημερινότητα των πολιτών και το αφήγημά της περί «επιστροφής στην κανονικότητα» προσκρούει, τελικά, στην ίδια την πραγματικότητα. Γιατί έχει συμβεί αυτό; Διότι απλά ο ΣΥΡΙΖΑ, από φορέας ανατροπής της πολιτικής των περιορισμών που επιβλήθησαν δια των μνημονίων, προσπαθεί να παραμείνει στην εξουσία, να μετεξελιχθεί σε έναν καλύτερο διαχειριστή αυτής της πολιτικής. Τα δώσατε όλα για τις καρέκλες, όπως λέει ο λαός.

Αυτή, όμως, δεν είναι λύση και αυτό το γνωρίζει η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών.

Η χώρα μας έχει ανάγκη από κάτι διαφορετικό. Οι περιστάσεις επιβάλλουν αλλαγή σελίδας, επιβάλλουν να περάσουμε στην επόμενη φάση, τη φάση της ανάπτυξης, με ένα ξεκάθαρο εθνικό σχέδιο που δεν θα βελτιώνει απλά τους αριθμούς, αλλά θα αλλάζει το κλίμα και την ψυχολογία της αγοράς και των πολιτών, ένα ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής ανασυγκρότησης, μια πολιτική που μπορούν να την εκφράσουν ουσιαστικά μόνο οι πολιτικές δυνάμεις της προόδου και της ευημερίας που δεν τους άγγιξε ποτέ ο λαϊκισμός και δεν παρασύρθηκαν ποτέ από τις σειρήνες του.

Έτσι, η Νέα Δημοκρατία μιλάει για το δικό της σχέδιο, ένα σχέδιο που θα στηρίζεται στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας, στην επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, στην υλοποίηση ενός εμπροσθοβαρούς προγράμματος διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα της οικονομίας, στην ενίσχυση της ρευστότητας της πραγματικής οικονομίας, στην απλοποίηση της φορολογίας και τη γενναία μείωση φορολογικών συντελεστών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στην ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης προς τους αδύναμους συμπατριώτες μας, με ξεκάθαρες κουβέντες προς τον ελληνικό λαό, με σχέδιο δράσης που θα έχει όραμα και φιλοδοξίες για μια Ελλάδα για την οποία αξίζουν όλοι οι πολίτες της.

Υπό αυτό το πρίσμα καταψηφίζουμε τον Προϋπολογισμό των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της χώρας, που δεν προτάσσει ρεαλιστικούς και εφαρμόσιμους στόχους. Το μόνο θετικό σημείο είναι ότι είναι ο τελευταίος προϋπολογισμός μιας κυβέρνησης που πνέει τα λοίσθια, γιατί απλά ξέμεινε από πολιτικό χρόνο. Ευχαριστώ.